Η διαταραχή σεξουαλικής διέγερσης στη γυναίκα αναφέρεται στην έλλειψη ανταπόκρισης της γυναίκας σε σεξουαλικό ερεθισμό. Παλαιότερα, η διαταραχή αυτή, αλλά και όλες οι σεξουαλικές δυσλειτουργίες της γυναίκας συμπεριλαμβάνονταν στο γενικό όρο ‘ψυχρότητα’.

Σήμερα, ο όρος αυτός τείνει να εκλείψει καθώς είναι πολύ γενικός και μη επακριβής όσον αφορά τα διαφορετικά στάδια σεξουαλικής λειτουργίας της γυναίκας. Για παράδειγμα, ο όρος αυτός δεν διαχωρίζει το στάδιο της ερωτικής διέγερσης από το στάδιο του οργασμού: μια γυναίκα όμως που δεν έχει διεγερθεί ερωτικά, είναι φυσικό να μη φτάνει και στο στάδιο του οργασμού κοκ.

Παράλληλα, ο όρος ‘ψυχρότητα’, όπως αντίστοιχα και ο όρος ‘ανικανότητα’ για τον άντρα, υποδηλώνουν υποτιμητικό χαρακτηρισμό και δεν χρησιμοποιούνται πλέον από την πλειονότητα των ειδικών. Επέρχεται στιγματισμός και η γυναίκα και ο άντρας νιώθουν εγκλωβισμένοι στην ‘εικόνα’ εαυτού που τους επιβάλλεται από το συγκεκριμένο ‘όρο-ταμπέλα’.

 

Κύρια χαρακτηριστικά

Σε σωματικό επίπεδο η διαταραχή σεξουαλικής διέγερσης στη γυναίκα χαρακτηρίζεται από μη εκδήλωση ή μερική εκδήλωση, κατά τη διάρκεια και μέχρι την ολοκλήρωση της σεξουαλικής πράξης, των σωματικών αποκρίσεων που συνοδεύουν τη φάση διέγερσης στη γυναίκα.

Αυτές είναι οι ακόλουθες:

  • εφύγρανση του κόλπου
  • διεύρυνση του κόλπου
  • υπεραιμική διόγκωση της κλειτορίδας
  • αύξηση του όγκου των μαστών και σκλήρυνση των θηλών
  • αύξηση του ρυθμού της αναπνοής και της καρδιακής λειτουργίας
  • ελαφρά εφίδρωση όλων των σωματικών περιοχών
  • αίσθηση σωματικής εγρήγορσης και αυξημένη τάση ηδονής κατά την επαφή.

Η γυναίκα που δεν έχει διεγερθεί επαρκώς, δεν εκδηλώνει αυτές τις σωματικές αποκρίσεις ή αυτές δεν διαρκούν μέχρι την ολοκλήρωση της σεξουαλικής πράξης. Έτσι, η περιοχή του κόλπου παρουσιάζει σκληρότητα, η επαφή μπορεί να προκαλεί πόνο και, κατ’ επέκταση, δεν επέρχεται αίσθημα ικανοποίησης και απόλαυσης.

Το σώμα δεν βρίσκεται σε εγρήγορση και δεν βιώνεται το αίσθημα της ευχαρίστησης και της απόλαυσης. Παράλληλα, οι δυσκολίες αυτές προκαλούν σημαντική αίσθηση δυσφορίας στη γυναίκα αλλά και στη δυναμική της σχέσης του ζευγαριού, που αρχίζει να βιώνει απογοήτευση και ματαίωση σε μια τόσο σημαντική πλευρά της ζωής του.

Σε συναισθηματικό επίπεδο, η διαταραχή σεξουαλικής διέγερσης στη γυναίκα συνοδεύεται από απουσία της υποκειμενικής αίσθησης σεξουαλικής διέγερσης και ευχαρίστησης που εκδηλώνεται συνήθως κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης.

Η γυναίκα δυσκολεύεται να νιώσει ευχαρίστηση και συνήθως αναφέρει ότι ‘δεν νιώθει τίποτα’, ή ‘νιώθει αλλά της φεύγει’ ή ‘χάνει’ αυτή την αίσθηση, ή, ακόμη, ότι η σεξουαλική επαφή τής είναι δυσάρεστη. Η τελευταία περίπτωση συνήθως προκύπτει όταν το πρόβλημα έχει διαρκέσει για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και η γυναίκα πλέον, πιθανόν και ο σύντροφός της, έχουν κουραστεί και απογοητευθεί από την εκδήλωση του προβλήματος.

Προβλήματα ορισμού

Τονίζεται ότι οι χαρακτηριστικές εκδηλώσεις της διαταραχής σεξουαλικής διέγερσης της γυναίκας, κυρίως η έλλειψη εφύγρανσης και διαστολής του κόλπου κατά τη σεξουαλική επαφή, θα πρέπει να υφίστανται συχνά και επαναλαμβανόμενα, για μια μακρά χρονική περίοδο, προκειμένου να εκτιμηθεί ότι υφίσταται πρόβλημα σεξουαλικής διέγερσης.

Είναι φυσιολογικό για μια γυναίκα να εκδηλώνει περιστασιακά προβλήματα σεξουαλικής διέγερσης χωρίς αυτό να είναι ανησυχητικό. Παράλληλα, όπως προαναφέρθηκε, οι δυσκολίες αυτές θα πρέπει να προκαλούν στην ίδια και το σύντροφό της συναισθηματική δυσφορία και ιδιαίτερο προβληματισμό στη σχέση τους.

Και άλλες δυσκολίες διατυπώνονται σχετικά με το σαφή ορισμό σημαντικών όρων που αφορούν τον ορισμό της διαταραχής σεξουαλικής διέγερσης στη γυναίκα, κυρίως το σαφή προσδιορισμό του όρου: ‘επαρκής εφύγρανση και διεύρυνση του κόλπου’.

Όπως είναι σαφές, δεν υφίσταται σαφής ή ‘χρυσός κανόνας’ σχετικά με τη διάρκεια του χρόνου που απαιτείται προκειμένου μια γυναίκα να διεγερθεί σεξουαλικά ή το συγκεκριμένο επίπεδο διέγερσης που επιδιώκεται κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης.

Η απόκριση αυτή μπορεί να ποικίλλει από γυναίκα σε γυναίκα και να εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως, για παράδειγμα, τη γενική συναισθηματική της διάθεση, τη συμμετοχή του συντρόφου της κοκ. Παράλληλα, πολλές γυναίκες μπορεί να μη βιώνουν σεξουαλική διέγερση παρά το γεγονός ότι υφίσταται κολπική εφύγρανση και διαστολή, και άλλες να βιώνουν σεξουαλική διέγερση παρά το γεγονός ότι δεν υφίσταται κολπική εφύγρανση και διαστολή.

Χρειάζεται προσοχή στη διάκριση και αξιολόγηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που αφορούν τη διαδικασία σεξουαλικής διέγερσης της γυναίκας.

Επιπτώσεις

Η διαταραχή σεξουαλικής διέγερσης προκαλεί στη γυναίκα μακροπρόθεσμα αίσθημα θλίψης, απογοήτευσης και καταπόνησης. Ένα αίσθημα αδιεξόδου επικρατεί και η σκέψη ότι ‘τίποτα δεν μπορεί να την απαλλάξει από αυτή την κατάσταση’! Σταδιακά μπορεί να αρχίσει να αποφεύγει με διάφορους τρόπους τη σεξουαλική επαφή, την εγγύτητα και την επικοινωνία στη σχέση, εκδηλώσεις που συσσωρευτικά επιφέρουν ένταση και σημαντικά προβλήματα στη σχέση του ζευγαριού.

Η ίδια βιώνει αίσθημα απαξίωσης και ότι μειονεκτεί ως γυναίκα…

Είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η συχνότητα εκδήλωσης της διαταραχής σεξουαλικής διέγερσης στον ευρύτερο γυναικείο πληθυσμό, καθώς πολλές γυναίκες διστάζουν να αναζητήσουν βοήθεια για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Παράλληλα, όπως προαναφέρθηκε, σημειώνεται διαφωνία σχετικά με την επακριβή περιγραφή των συμπτωμάτων από διαφορετικές γυναίκες.

Τέλος, η διαταραχή σεξουαλικής διέγερσης μπορεί να συνυπάρχει με την εκδήλωση και άλλων διαταραχών (π.χ., διαταραχή υποτονικής ερωτικής επιθυμίας, κλινική κατάθλιψη) των οποίων η διάκριση είναι δύσκολη. Πρόσφατα στατιστικά δεδομένα αποκαλύπτουν ότι 22-43% των γυναικών βιώνουν ένα είδος σεξουαλικής δυσλειτουργίας.

Το 20% των γυναικών αυτών εκδηλώνουν προβλήματα σεξουαλικής διέγερσης.

Συγκριτικά με το αντίστοιχο πρόβλημα σεξουαλικής διέγερσης στον άντρα (στυτική δυσλειτουργία), στη γυναίκα τα συμπτώματα δεν είναι άμεσα φανερά και έτσι συχνά αρχικά αλλά και για αρκετό χρονικό διάστημα μπορεί να περνούν απαρατήρητα από την ίδια και το σύντροφό της.

Η ίδια, στις περισσότερες περιπτώσεις, χρειάζεται χρόνο για να εντοπίσει και να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς της συμβαίνει. Η ίδια πρέπει επίσης να δώσει την απαραίτητη σημασία σε αυτό που της συμβαίνει, πολλές γυναίκες όμως έχουν ‘μάθει’ να μη διεκδικούν ικανοποίηση στη σεξουαλική τους ζωή.

Σε άλλες περιπτώσεις η διαταραχή σεξουαλικής διέγερσης αποτελεί ένα χρόνιο πρόβλημα και η γυναίκα δεν έχει νιώσει ποτέ ένα στάδιο φυσιολογικής απόκρισης εφύγρανσης και διεύρυνσης του κόλπου.

Σημαντικό είναι επίσης το ερώτημα της γενικευμένης ή περιστασιακής εκδήλωσης του προβλήματος, αν δηλαδή η δυσκολία διέγερσης εκδηλώνεται με όλους τους ερωτικούς συντρόφους υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, ή συμβαίνει ειδικά με έναν συγκεκριμένο παρτενέρ, υπό συγκεκριμένες συνθήκες.

Η διαταραχή σεξουαλικής διέγερσης μπορεί επίσης να προκύψει μετά την πάροδο κάποιας ασθένειας ή συναισθηματικού τραύματος, σωματικών αλλαγών, χειρουργικών επεμβάσεων ή άλλων παθήσεων. Τέλος, πρέπει πάντα να διευκρινίζεται η ύπαρξη συναισθηματικής ή άλλης ψυχιατρικής διαταραχής που μπορεί να επιφέρουν απώλεια ενδιαφέροντος για τη σεξουαλική δραστηριότητα, όπως, για παράδειγμα, η κατάθλιψη, η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή κοκ.

 

 

 


Πηγή: http://psychopedia.gr