της Ιωάννας Φικιώρη *



Αν θα μπορούσαμε να ορίσουμε τις ανασφάλειες και να τις κατηγοριοποιήσουμε, θα μπορούσαμε να τις διακρίνουμε σε δύο κυρίους τομείς:


α. "τις σχέσεις μας με τους άλλους" και
β. "τη σχέση με τον εαυτό μας".

Στην πρώτη κατηγορία είναι ανασφάλειες όπως "δε μου αρέσει να μιλάω μπροστά σε πολύ κόσμο", "νομίζω ότι είμαι άσχημος/η, χοντρός/η", "δεν κάνω το πρώτο βήμα να πω σε κάποιον πως νιώθω" κ.ά.



Τέτοιου είδους ανασφάλειες συνδέονται με το φόβο μας μήπως οι άλλοι δεν μας αποδεχτούν, μας απορρίψουν, δε μας αγαπήσουν.

Στη δεύτερη κατηγορία, οι ανασφάλειες συνδέονται με το φόβο της αποτυχίας, την πιθανότητα να απογοητεύσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό, να παραδεχτούμε λάθη, αδυναμίες, φόβους. Για παράδειγμα, νιώθουμε ανασφάλεια να επιχειρήσουμε κάτι καινούργιο, να δώσουμε εξετάσεις, να κάνουμε μία δύσκολη άσκηση γυμναστικής.

Βέβαια τις περισσότερες φορές οι ανασφάλειες που νιώθουμε συνδέονται τόσο με τους άλλους, όσο και με τον εαυτό μας. Όπως και να έχει, η ουσία της ανασφάλειας είναι η εμπιστοσύνη που νιώθουμε. Το να εμπιστευόμαστε τους άλλους ότι θα μας αποδεχτούν με όλα τα ελαττώματά μας, θα μας αγαπήσουν παρόλο που τους απογοητεύσαμε. Το να εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας ότι θα αντέξει ψυχικά όταν θα τσαλακωθεί η εικόνα μας, όταν θα πληγωθεί για μια φορά ακόμα.

Όταν είμαστε ανασφαλείς, σημαίνει ότι αποφεύγουμε καθετί που μας θέτει σε "κίνδυνο", αντιστεκόμαστε σε οποιαδήποτε αλλαγή και επιλέγουμε να παραμένουμε σε συνθήκες που νιώθουμε ασφάλεια. Αυτή η τακτική, σαφώς από τη μία πλευρά μας προστατεύει. Από την άλλη, με αυτόν τον τρόπο γινόμαστε σταδιακά ακόμα πιο αδύναμοι.


Πως θα αντιμετωπίσουμε λοιπόν τις ανασφάλειές μας;

1. Προσπαθούμε να επικεντρωθούμε σε όσα μας κάνουν να νιώσουμε καλά με τον εαυτό μας. Οι περισσότεροι από εμάς μπορούμε με ευκολία να μιλήσουμε για τα μειονεκτήματά μας, για τις ατυχίες μας, για τα "στραβά" μας. Όταν μας ζητήσει κάποιος να του υποδείξουμε τις δεξιότητές μας, νιώθουμε αμηχανία ή και ανασφάλεια.

Έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε τις αδυναμίες μας και να προσπαθούμε να τις διορθώσουμε. Έχουμε μάθει να αδιαφορούμε και να υποτιμούμε τα "καλά" στη ζωή μας. Χρειάζεται, λοιπόν, να εκπαιδεύσουμε τον εαυτό μας να δίνει σημασία, να νιώθει ικανοποίηση και υπερηφάνεια για όσα καλά υπάρχουν στη ζωή μας.



Άλλα τα προσπαθούμε, άλλα μας τυχαίνουν. Σίγουρα δεν είναι ντροπή να νιώθουμε ευχαρίστηση με όλα αυτά.



2. Δίνουμε σημασία στους ανθρώπους που εκτιμάμε και αγαπάμε, στους ανθρώπους που είναι κοντά μας και όχι στους ανθρώπους που -ούτως ή άλλως- δε θέλουμε στη ζωή μας. Ένα απλό παράδειγμα. Οι φίλοι μου λένε ότι είμαι όμορφη. Νομίζω ότι οι γνωστοί/άγνωστοι θεωρούν ότι είμαι άσχημη. Γιατί δίνουμε περισσότερη σημασία στη γνώμη των ανθρώπων που δεν είναι τόσο σημαντικοί στη ζωή μας όσο οι φίλοι μας; Είναι υπερφίαλο και ουτοπικό να προσδοκούμε να έχουμε τον ίδιο αντίκτυπο σε όλους. Είναι παράλογο να εμπιστευόμαστε τη γνώμη αγνώστων, περισσότερο από αυτήν εκείνων που μας αγαπούν.



3. Παίρνουμε ρίσκα. Κάνουμε την "καρδιά μας πέτρα" και βουτάμε στα βαθιά. Θα νιώσουμε μεγάλη ικανοποίηση, ανακούφιση, αυτοπεποίθηση όταν θα τολμήσουμε κάτι που επιθυμούμε, ακόμα και αν πληγωθούμε. Όσο μένουμε στην ασφάλειά μας, νιώθουμε κενοί, αδύναμοι.



* Η Ιωάννα Φικιώρη είναι Ψυχολόγος (Αριθμός Άδειας Ασκήσεως Επαγγέλματος 24535/2005, Νομαρχία Αθηνών), κάτοχος του Ευρωπαϊκού Πιστοποιητικού Ψυχοθεραπείας από την European Association for Psychotherapy (ECP 408342) και μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων (Σ.Ε.Ψ.).

 

 

 

 

 


Πηγή:in2life.gr

photo of graur razvan ionut at freedigitalphotos.net