“Ουδείς πιο αχάριστος του ευεργετηθέντος”: γιατί συχνά ισχύει & επιβεβαιώνεται;

 

 

mother-and-daughter-smiling

 

Σίγουρα είναι πολλοί εκείνοι που χρειάστηκε να φέρουν στο μυαλό τους την παραπάνω φράση σε κάποια στιγμή της ζωής τους. Όπως και την παραλλαγή αυτής «ουδείς ασφαλέστερος εχθρός από τον ευεργετηθέντα αχάριστο».
Και το ερώτημα που προβάλλει ζητώντας απάντηση είναι, πώς είναι δυνατόν να σου φέρεται με αχαριστία κάποιος που έχεις βοηθήσει; Πώς είναι δυνατόν να «ξεπληρώνει» όσα έχεις κάνει για εκείνον με λόγια ή ακόμα χειρότερα με πράξεις που αντικειμενικά είναι εναντίον σου;
Πως μπορεί να ερμηνευτεί το παράλογο και οξύμωρο του να περιμένεις να εισπράξεις τουλάχιστον ένα «ευχαριστώ» για όσα έχεις προσφέρει και αντ΄αυτού να δέχεσαι συμπεριφορές που θα περίμενες μόνο από κάποιον τον οποίο έχεις βλάψει και τώρα φαίνεται να στο ανταποδίδει;
Ως αχάριστος ή αγνώμων κρίνεται κάποιος που αντικειμενικά έχει δεχτεί υποστήριξη και βοήθεια, ωστόσο δείχνει ότι δεν έχει εκτιμήσει όσα του έχουν προσφερθεί και δεν συμπεριφέρεται με ευγνωμοσύνη και τιμή στον άνθρωπο που του τα πρόσφερε. Στις πιο ακραίες μορφές της, η αγνωμοσύνη εκδηλώνεται ακόμη και με πράξεις που έχουν αντικειμενικά αρνητικά αποτελέσματα προς τον άνθρωπο που τους στήριξε.

Πιθανές εξηγήσεις

    • Πολλές φορές, επιλέγουμε να βοηθήσουμε ανθρώπους που είτε φαντάζουν αδύναμοι στα μάτια μας, είτε μπαίνουν στο ρόλο του αδύναμου εν γνώσει τους (οι λεγόμενοι ψευτοαδύναμοι) είτε αντικειμενικά διανύουν μια περίοδο αδυναμίας και ανάγκης. Αν εμείς είμαστε ευαίσθητοι στο να μπαίνουμε εύκολα στη θέση του άλλου (έχουμε δηλαδή υψηλό βαθμό ενσυναίσθησης), ταυτιζόμαστε με τον αδύναμο άλλο και κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τον βοηθήσουμε. Καταλαβαίνουμε πως αισθάνεται και κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας ώστε να νιώσει και πάλι δυνατός. Ωστόσο, μέσα από αυτή τη διαδικασία αναπτύσσεται ένα είδος ελέγχου του άλλου: θεωρούμε ότι επειδή του προσφέρουμε θα πρέπει να ανταποκριθεί σε όσα σκεφτόμαστε για εκείνον. Αυτή η ανταπόκριση δίνει σε εμάς μία αίσθηση δύναμης που πιθανόν να έχουμε ανάγκη να νιώσουμε. Όταν όμως μετά από κάποιο διάστημα ο άλλος αρχίζει και νιώθει δυνατός, αισθανόμαστε ότι χάνουμε τον έλεγχο και εκλαμβάνουμε ως αχαριστία την αντίδραση και την άρνηση του άλλου να προσαρμοστεί στα μέτρα που φτιάξαμε εμείς για εκείνον. Τότε είναι που αρχίζουμε να νιώθουμε ότι ο άλλος δεν εκτίμησε όσα κάναμε για εκείνον και ότι απλώς μας εκμεταλλεύτηκε για να πάρει όσα χρειαζόταν από εμάς τη δεδομένη περίοδο. Σε κάθε τέτοια περίπτωση, θα πρέπει να αναλογιστούμε ποια είναι τα βαθύτερα κίνητρα της προσφοράς μας προς τον άλλο (αν δηλαδή δεν είναι τόσο ανιδιοτελή αλλά ικανοποιούν δικές μας ανάγκες για έλεγχο και αίσθηση δύναμης) και σε τέτοια περίπτωση να καταλάβουμε προς τα πού οδεύει αυτή η σχέση ή η κατάσταση και να τη δούμε υπό το πρίσμα των ενήλικων αναγκών μας, που αντικειμενικά λειτουργούν υπέρ μας και όχι εις βάρος μας.
    • Σε πιο δύσκολες περιπτώσεις αχαριστίας, το αγνώμον άτομο προσπαθεί ή και επιτυγχάνει να βλάψει εκείνον που το ευεργέτησε. Ο λόγος μπορεί να είναι ότι μέσα από τη διαδικασία που έλαβε χώρο, το άτομο που βοηθήθηκε ανέπτυξε σταδιακά φθόνο για το άτομο που το βοήθησε. Αν είχε χαμηλή αυτοεκτίμηση, πιθανότατα τον σύγκρινε με τον εαυτό του και θεωρούσε τον άλλο δυνατό και αξιόλογο και εκείνον αδύναμο και πιο αποτυχημένο. Αυτό ενίσχυσε πιθανότατα το σύμπλεγμα κατωτερότητας και το οδήγησε στο φθόνο και τον θυμό για εκείνον που τον στήριξε. Η σύγκριση τον έκανε να αισθάνεται κατώτερος και ανεπαρκής και ότι δεν το αξίζει αυτό που του προσφέρεις και επειδή αυτό φυσικά δεν μπορούσε να το διαχειριστεί, ως αποτέλεσμα μετατράπηκε σε φθόνο και θυμό. Δεν μπορεί να «συγχωρήσει» στον άλλο το ότι τον αγαπά και τον φροντίζει. Αυτό συνήθως συμβαίνει περισσότερο σε άτομα που επιδιώκουν να λαμβάνουν από τους άλλους παρά να δίνουν και όχι στα δοτικά άτομα που συνήθως είναι εκείνα που βοηθούν τους άλλους. Το άτομο που δεν έχει μάθει να δίνει είναι ανασφαλές, δεν νιώθει εύκολα ικανοποίηση και χαρά και δεν μπορεί να εκτιμήσει εύκολα. Επιδιώκει περισσότερο το κέρδος οποιασδήποτε μορφής από τους άλλους. Πολλές φορές πρόκειται για ναρκισσιστικές προσωπικότητες που θεωρούν ότι δεν οφείλουν τίποτα και σε κανέναν
    • Άλλες φορές πάλι, οι άνθρωποι που συστηματικά βοηθιούνται από ένα άλλο άτομο, το «συνδέουν» κατά κάποιον τρόπο με αυτόν το ρόλο: του βοηθού, του συμπαραστάτη, του ανθρώπου που είναι πάντα δίπλα τους άνευ όρων για να τους προσφέρει. Του ανθρώπου που βάζει τις δικές τους ανάγκες σε προτεραιότητα και στον οποίο μπορούν να βασιστούν και να ανατρέξουν για στήριξη. Αν ωστόσο αυτό αλλάξει κάποια στιγμή (συνήθως επειδή το άτομο που βοηθά αποφασίζει να ασχοληθεί με τις δικές τους ανάγκες και να θέσει άλλες προτεραιότητες στη ζωή του), τότε υπάρχει η πιθανότητα το άτομο που βοηθήθηκε να μην νιώθει ευγνωμοσύνη για όσα έλαβε ως τώρα, αλλά να νιώθει θυμό για όσα θα χάσει από εδώ και στο εξής. Αυτός ο θυμός ενδέχεται να το οδηγήσει σε στάση αγνωμοσύνης προς το άτομο που έως τώρα του πρόσφερε.

Πώς το αντιμετωπίζουμε

  • Όταν προσφέρουμε, ας έχουμε ξεκαθαρίσει ότι το κάνουμε επειδή το θέλουμε, δίχως και να περιμένουμε ανταλλάγματα και δίχως να επιδιώκουμε τον έλεγχο του άλλου μέσα από αυτό. Διαφορετικά, ας είμαστε προετοιμασμένοι για κάθε αντίδραση από την «άλλη πλευρά».
  • Στην πιο απλή περίπτωση, πολλοί άνθρωποι δεν έχουν μάθει να λένε ευχαριστώ επειδή δεν άκουσαν ευχαριστώ και μία μικρή «εκπαίδευση» ενδέχεται να είναι πολύ αποτελεσματική.
  • Αν περιμένουμε κάποια ανταπόδοση όταν προσφέρουμε, τότε με τα πρώτα δείγματα αγνωμοσύνης δεν χρειάζεται να συνεχίσουμε να προσπαθούμε για τον άλλο με τον ίδιο ζήλο, διότι είναι πιθανό να συσσωρευτεί μέσα μας θυμός, πικρία, απογοήτευση, αίσθημα αδικίας στο τέλος που θα είναι επίπονο να τα διαχειριστούμε. Μπορούμε να ζητήσουμε και εμείς εφόσον ο άλλος είναι σε θέση να δώσει, ώστε να νιώσουμε μία αίσθηση ισορροπίας «δούναι και λαβείν». Ας οριοθετηθούμε ώστε να καταλάβει η «άλλη πλευρά» ότι διαθέτουμε όρια αυτοπροστασίας που δεν αφήνουμε να παραβιαστούν και ότι η ενέργειά μας είναι πολύτιμη για να τη δαπανάμε ανεξέλεγκτα.
  • Παίρνουμε το μάθημά μας και συνεχίζουμε. Είναι ευκαιρία να επαναπροσδιορίσουμε το είδος των σχέσεων που θέλουμε να έχουμε στη ζωή μας, το είδος των ανθρώπων που χρειαζόμαστε κοντά μας και το είδος των σχέσεων που θέλουμε να μας συνδέουν μαζί τους. Είναι το παιχνίδι δυνατού-αδύναμου αυτό που πραγματικά θέλουμε ή ζητάμε μια ισότιμη σχέση;
  • Επαναπροσδιορίζουμε και αυτό που εμείς θέλουμε να είμαστε: το θύμα που οι άλλοι εκμεταλλεύονται για το δικό τους όφελος ή ένα ισοδύναμο μέλος μιας ουσιαστικής σχέσης που βασίζεται σε όσο τον δυνατόν πιο υγιή πρότυπα;
  • Επίσης θέλουμε να μας αγαπούν οι άλλοι για αυτό που είμαστε ή για αυτό που τους προσφέρουμε; Μήπως αισθανόμαστε ότι αν δεν βοηθήσουμε τους άλλους εκείνοι δεν θα μας θέλουν κοντά τους και οδηγούμαστε στην υπερπροσφορά για να γινόμαστε αποδεκτοί; Αν συμβαίνει αυτό, τότε οφείλουμε να πιστέψουμε ότι αξίζουμε να μας αγαπούν απλώς για αυτό που είμαστε, όπως ακριβώς είμαστε.
  • Δραστηριοποιούμαστε. Αν αισθανόμαστε ότι υπάρχουν ελλείψεις στη ζωή μας, κινούμαστε προς την κατεύθυνση να τις αντιμετωπίσουμε. Η βελτίωση της ζωής μας εξαρτάται από εμάς και όσο την εναποθέτουμε σε τρίτους τόσο μειώνουμε τις πιθανότητες να μας συμβεί.
  • Παρατηρούμε τον εαυτό μας: μήπως τελικά είμαστε και εμείς αχάριστοι απέναντι στην ίδια τη ζωή μας; Μήπως δεν είμαστε ποτέ ευχαριστημένοι από όσα έχουμε και όσα επιτυγχάνουμε στην προσωπική, επαγγελματική και υπόλοιπη ζωή μας; Αν ναι, τότε ας εξασκηθούμε στο να νιώθουμε ευγνωμοσύνη και να λέμε ευχαριστώ για όσα έχουμε ή μας έχουν συμβεί και τότε θα δούμε να μας περιτριγυρίζουν άνθρωποι γεμάτοι ευγνωμοσύνη. Η ζωή πολλές φορές μας φέρνει κοντά μας ανθρώπους που διαθέτουν δικά μας χαρακτηριστικά ώστε να καταφέρουμε να τα δούμε.

 

 

 

 

 

 

Πηγή:mednbeau.gr

 Image courtesy of  Stoonn at FreeDigitalPhotos.net