O Κουμπαράς της ευτυχίας

 

mother-and-daughter-smiling

 

O Κουμπαράς της ευτυχίας…
ο κουμπαράς των παιδικών μας χρόνων

 

Γράφει η Τάμι Γκεκτσιάν

Θυμάμαι τότε που ήμασταν μικρά, παιδιά του προηγούμενου αιώνα. Τότε που όλοι είχαμε έναν πήλινο κουμπαρά ή αν ήμασταν τυχεροί, κουμπαρά γουρουνάκι, που άνοιγε χωρίς να χρειαστεί να το σπάσεις. Τότε που τα ασημένια νομίσματα της δραχμής που μας έδιναν οι παππούδες αναψοκοκκίνιζαν τα μάγουλα μας από χαρά ∙ τότε που οι γονείς μας έδιναν τα ρέστα του σούπερ μάρκετ και νιώθαμε πως θα σπάσει η καρδιά μας από αγάπη ∙ τότε που αρπάζαμε ό,τι κέρμα βρισκόταν παραπεταμένο σε κάποια γωνιά του σπιτιού και γελούσαμε ύπουλα σα να είχαμε βρει κάποιον χαμένο θησαυρό, χωρίς ποτέ να σκεφτούμε πως ίσως να τα είχαν αφήσει επίτηδες οι γονείς μας ∙ τότε που κάθε μέρα κουνούσαμε τον κουμπαρά να δούμε αν βάρυνε και λαχταρούσαμε να έρθει η μέρα που θα το γεμίζαμε ως απάνω για να δείξουμε περιχαρείς στους γονείς μας την περιουσία που είχαμε συγκεντρώσει.

Ευχόμασταν να μεγαλώσουμε όμως, να βγάζουμε χρήματα σαν τους γονείς μας, να αγοράζουμε ότι θέλουμε, να είμαστε ανεξάρτητοι. Αυτή η παράταιρη ευχή πραγματοποιήθηκε. Μεγαλώσαμε με μόλις ένα γύρισμα του κεφαλιού. Και τώρα; Τώρα έχουμε κουμπαρά ηλεκτρονικό που μετρά κάθε δίευρο που ρίχνουμε, γιατί η αφεντιά μας δεν καταδέχεται να το γεμίζουμε με τίποτα λιγότερο. Γεμίζει εύκολα είναι η αλήθεια, τα νούμερα τριψήφια το λιγότερο, τα κοιτάμε λυσσασμένοι, δυστυχούμε κάθε μέρα που δε γεμίζει γρήγορα και ξεχνάμε να ευτυχήσουμε για αυτό που ήδη έχει.

Ειρωνεία ε; κάποτε η αξία των νομισμάτων υπολογιζόταν το περισσότερο σε δυο τυρόπιτες και μας έκανε ευτυχισμένους, ενώ τώρα όση μεγαλύτερη αξία τόσο πιο λαίμαργη προσπάθεια για το κάτι παραπάνω. Κάποτε η ευτυχία μας ήταν το ίδιο το συναίσθημα ∙ συναίσθημα περηφάνιας για τους εαυτούς μας, συναίσθημα ευγνωμοσύνης για τους γονείς μας, συναίσθημα αγάπης για τον αδελφό μας που σιγοντάριζε την προσπάθεια μας, συναίσθημα λαχτάρας να κάνουμε περήφανους τους γονείς μας.

Εκείνον τον κουμπαρά θέλω, εκείνον τον κουμπαρά που η αξία του μετριόταν σε χαμόγελα. Ετούτον που έχω τώρα δεν το θέλω. Με τυραννάει, με κουράζει, ολημερίς μαλώνω μαζί του, στερούμαι για να γεμίζει και όταν γεμίσει απογοητεύομαι γιατί ποτέ δε γεμίζει αρκετά, θυμώνω με εμένα γιατί ποτέ δεν καταφέρνω να γεμίσει αρκετά, τα βάζω με τους άλλους που οι κουμπαράδες τους γεμίζουν σε μια ματιά.
Νιώθω τον αλλοτινό κουμπαρά της ευτυχίας μου, σαν έναν μεταμορφωμένο τύραννο που με φυλά με σιδερένια σχοινιά. Δε φταίω εγώ, οι υποχρεώσεις και τα πρέπει με σέρνουν μαζί τους και τρέχω ξοπίσω τους να τους προλάβω.

Θα αποδεσμευτώ όμως. Ένα κομμάτι μου παραμένει πάντα παιδί, πάντα θα παραμένει ∙ αυτό το κομμάτι θέλω να κρατήσω, αυτό το κομμάτι πρέπει να αναστήσω, αυτό το κομμάτι με τον παιδικό κουμπαρά της ευτυχίας παραμάσχαλα να τριγυρνά στο τώρα μου σα μια σκιά.

 

 


 

Πηγή: http://enallaktikidrasi.com